δολιεύσῃ


δολιεύσῃ
δολίζω
adulterate
fut part act fem dat sg (epic ionic)
δολιεύομαι
deal treacherously
aor subj mp 2nd sg
δολιεύομαι
deal treacherously
fut ind mp 2nd sg
δολιόω
deal treacherously with
pres part act fem dat sg (epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δολίευση — η [δολιεύομαι] δόλια ενέργεια, εξαπάτηση …   Dictionary of Greek

  • δόλος — Νομικός όρος που στο αστικό δίκαιο συνιστά, μαζί με την αμέλεια, την υπαιτιότητα (πταίσμα), όπου απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης αποζημίωσης. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περίπτωση αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων ή πρόκλησης παράνομης ζημίας …   Dictionary of Greek

  • καλπονοθεία — η 1. η νόθευση τού αποτελέσματος τών εκλογών με δόλια παραβίαση τών καλπών και με προσθήκη ή αφαίρεση ψήφων 2. γεν. απάτη με επιτήδεια νόθευση τής αλήθειας, δολίευση, καταδολίευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάλπη (Ι) + νοθεία] …   Dictionary of Greek